Ξεκινώντας την επίσκεψη στα Μεστά, από τις πρώτες κιόλας δρασκελιές κάτω απ’ τις πέτρινες καμάρες δεν μπορεί κανείς να μη θαμπωθεί απ το αέναο παιχνίδι του φωτεινού με το σκοτεινό, της απλωσιάς με το αδιέξοδο, του χτες με το σήμερα.

Σαν σε ταινία, ο νους αβίαστα περιπλανιέται στην ιστορία και στις ρίζες μας, ταξιδεύει με πειρατές και σταυροφόρους, κατακτητές κι απόρθητους δουλευτές της γης και της μαστίχας.

Πέτρες λιτά ταιριασμένες η μια πάνω στην άλλη ξεπροβάλλουν αλώβητες από καταστροφές και από πολέμους. Οι ίδιες αυτές οι πέτρες που τόσα είδαν κι άκουσαν στο πέρασμα των αιώνων είναι ακόμα εδώ. Μας βλέπουν, μας ακούν, μας μιλούν και μας στεγάζουν, στοιβαγμένες σ ένα ζωντανό μνημείο σαν αυτά που πάλεψαν και νίκησαν το χρόνο.

Αναφέρεται ότι μέχρι τις αρχές του Μεσαίωνα οι κάτοικοι ζούσαν σε μικρούς οικισμούς (επτά έως εννέα) στη γύρω περιοχή. Οι αυξανόμενες πειρατικές επιδρομές αλλά και οι συχνές εναλλαγές της εξουσίας στην περιφέρεια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας υποχρέωσαν τους κατοίκους σταδιακά να οικοδομήσουν το κάστρο των Μεστών και να μετοικήσουν σ’ αυτό.

Το κάστρο αναπτύχθηκε σε πενταγωνικό σχήμα και σε κάθε γωνία του υπήρχε ένας Πύργος άμυνας. Στο κέντρο του κάστρου, στη θέση που σήμερα υπάρχει ο Ιερός Ναός των Παμμεγίστων Ταξιαρχών υπήρχε ένας μεγαλύτερος Πύργος που λειτουργούσε ως τελευταία γραμμή άμυνας. Περιμετρικά του κάστρου υπήρχε μια τάφρος που ένωνε τους πύργους προκειμένου οι αμυνόμενοι εύκολα να μπορούν να μετακινηθούν ανάλογα με τις κινήσεις του εχθρού. Υπόγειο πέρασμα ένωνε τον Πύργο του Μιλητά (ο βασικότερος αμυντικός πύργος) με τον κεντρικό Πύργο καθώς και με μυστική έξοδο από το κάστρο.

Τα κτίρια εφάπτονται μεταξύ τους, έχουν κοινούς τοίχους, συχνά προεκτείνονται πάνω από τα δρομάκια στηριζόμενα στις τοξοειδείς στοές τους και δημιουργούν έτσι την εντύπωση ότι όλο το κάστρο είναι ένα ενιαίο κτιριακό συγκρότημα. Ανεβαίνοντας σε μία ταράτσα μπορεί κανείς να έχει εύκολα πρόσβαση σε όλες σχεδόν τις ταράτσες των Μεστών. Ακολουθώντας τα γραφικά δρομάκια συχνά καταλήγουμε σε φωτεινά πεπλατυσμένα αδιέξοδα όπου σήμερα μπορεί κανείς να δει μεγάλα πήλινα αγγεία-γλάστρες με λογής-λογής φυτά και λουλούδια. Κρεμασμένα σε αρμαθιές, τα φημισμένα άνυδρα ντοματάκια της περιοχής στολίζουν γιορτινά την πέτρα.

Η οικιστική αυτή δομή δεν ακολουθήθηκε τυχαία ή για λόγους καλαισθησίας και μόνο. Η απόσταση από τα Βυζαντινά κέντρα και τους συμμάχους απαιτούσε ένα ιδανικό σχέδιο άμυνας απ’ τους κατοίκους που θα εξασφάλιζε εύκολη επικοινωνία με τα κεντρικά σημεία αντίστασης, γρήγορη συγκέντρωση δυνάμεων ακόμη και πάνω από τις ταράτσες και δυνατότητα αιφνιδιασμού του εχθρού εντός και εκτός των τειχών.

Στους λόφους γύρω από το κάστρο υπήρχαν επανδρωμένοι πύργοι βίγλες για την επιτήρηση των ακτών, κάποιοι από τους οποίους διατηρούνται μέχρι σήμερα. Σε περίπτωση προσέγγισης εχθρικού πλοίου άναβαν φωτιές ειδοποιώντας τους κατοίκους να οχυρωθούν και να ετοιμάσουν την άμυνά τους.

Μέσα στο κάστρο αλλά και γύρω από αυτό υπάρχουν αρκετές μικρές εκκλησίες ιδιαίτερου ενδιαφέροντος. Δεσπόζουσα θέση έχει ο Ιερός Ναός των Παμμεγίστων Ταξιαρχών, μια από τις μεγαλύτερες εκκλησίες της Ελλάδος η οποία δέχεται εκατοντάδες και συχνά χιλιάδες προσκυνητές ημερησίως. Ονομαστή για το περίτεχνο ξυλόγλυπτο τέμπλο της που αναπαριστά την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη είναι η εκκλησία του Παλαιού Ταξιάρχη.

Από όλες τις εισόδους ακολουθώντας κανείς τις πινακίδες μπορεί να φθάσει στην κεντρική πλατεία (λιβάδι), το φωτεινότερο και πιο ζωντανό κομμάτι του χωριού, που περιβάλλεται από εντυπωσιακά ψηλά κτίρια.

Στο τρόπο ζωής των Μεστούσων υπήρχε και διατηρείται ακόμη και σήμερα το στοιχείο της αλληλοβοήθειας και του εθελοντισμού τα οποία ήταν μάλιστα θεσμοθετημένα.

Οι «δανεικαρίες» ήταν ημέρες ομαδικής εργασίας. Ο ιδιοκτήτης ενός χωραφιού καλούσε τους συγχωριανούς να δουλέψουν προκειμένου να οργωθεί το χωράφι δανειζόμενος από καθέναν μία ημέρα εργασίας που αυτός έπρεπε να ανταποδώσει το ίδιο ή το επόμενο έτος. Η ομάδα παρατάσσονταν σε σειρά, έμπηγαν τις μεγάλες διχαλωτές αξίνες τους (τσατάλια) στο χωράφι ταυτόχρονα, και συγχρονισμένοι σαν ένας άνθρωπος έσκαβαν τη γη. Αργά το βράδυ, στην επιστροφή, συγκεντρώνονταν στην πλατεία του χωριού, τοποθετούσαν τις αξίνες τους τη μια δίπλα στην άλλη σε σχήμα ρόμβου και γιόρταζαν το τελείωμα με σούμα και κρασί, χορεύοντας και τραγουδώντας τριγύρω απ’ τα σύνεργα του μόχθου τους.

Κάθε νοικοκύρης όφειλε κάθε χρόνο να εργασθεί ένα συγκεκριμένο αριθμό ημερών εθελοντικά για την κοινότητα, για την εκκλησία και για το σχολείο του χωριού.

Οι κάτοικοι ζούσαν καλλιεργώντας τη φτωχή γη των Μεστών παράγοντας συνήθως σιτάρι, κριθάρι, λάδι, όσπρια κ.α. Τα Μεστά είναι μέχρι σήμερα γνωστά για το εξαιρετικό κρασί, τις κουρμάδες (συγγενικό προϊόν με θρούμπες ελιές), τα ιδιαίτερα γευστικά αμύγδαλα (βουλάτα), τα σύκα και τα άνυδρα οπωροκηπευτικά τους.

Η κύρια και περισσότερο προσοδοφόρα απασχόληση ανά τους αιώνες ήταν βέβαια η καλλιέργεια της μαστίχας που για έναν παράξενο και ανεξιχνίαστο ακόμη λόγο ευδοκιμεί αποκλειστικά και μόνο στην Νότια Χίο.

Κάποιοι λένε πως η μαστίχα εξασφάλιζε στους κατοίκους που διέμεναν στην περιοχή ιδιαίτερα προνόμια και καλύτερους όρους διαβίωσης από άλλες περιοχές. Άλλοι πάλι λένε πως αυτή ήταν που προκαλούσε τους επιδρομείς και τους επίδοξους κατακτητές, βάζοντας σε δύσκολες περιπέτειες τους κατοίκους. Ίσως η μαστίχα και ο μυθικός αριούσιος οίνος μαζί, να ήταν η μυστική συνταγή για την οικοδόμηση και διατήρηση αυτού που αντικρίζετε στα Μεστά. Ίσως η μαστίχα, η σούμα και το γλυκό κρασί να διαμόρφωσαν αυτούς τους σκληρούς και μαζί ευαίσθητους και φιλόξενους εραστές του γλεντιού και του μόχθου που αντιστάθηκαν.

Μην περάσετε απλά μια βόλτα απ’ το χωριό μας. Ζήστε το… !

Διανυκτερεύστε μαζί μας, εδώ, στην νοτιοανατολική γωνιά της Ευρώπης, στη φωτεινή Ελλάδα, στη Μυροβόλο Χίο, στο μαγευτικό μεσαιωνικό κάστρο των Μεστών. Περπατήστε στα σοκάκια του και ταξιδέψτε στο χρόνο. Κι όταν έρθει η ώρα του αποχωρισμού, σίγουρα θα νοιώσετε πιο πλούσιοι και θα θελήσετε να ξαναζήσετε την εμπειρία ...